• ΤΑΒ1
  • ΤΑΒ2
  • ΤΑΒ3

Recent Post

Τα μυστικα πισω απο την βιομηχανια των Ηχειων - Monitor

Τα μυστικα πισω απο την βιομηχανια των Ηχειων - Monitor

Πάμε για ένα να γρήγορο κουίζ, ποια από τα δύο ηχεία ακούγεται καλύτερα:
  • Ένα ηχείο με απόκριση συχνότητας 45Hz έως 18kHz  

ή
  • ένα άλλο ηχείο από 20Hz έως 25kHz;


Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν αρκετά δεδομένα σε αυτούς τους αριθμούς για να ξέρουμε την ποιότητα και την αξία της. Ένα απλό σύνολο αριθμών δεν σας λέει και πολλά για μια πραγματική ποιότητα ήχου. Δυστυχώς οι άνθρωποι παίρνουν τις αποφάσεις αγοράς τους με βάση τις δημοσιευμένες προδιαγραφές, όπως τα spec απόκρισης συχνότητας κλπ. 

Θα ήθελα να σας απομυθοποιήσω τη διαδικασία για σας, και σας αποκαλύπτω ένα μικρό μυστικό της βιομηχανίας σχετικά με την "Απόκριση συχνότητας."

Απόκριση συχνότητας
Οι προδιαγραφές της «Απόκριση συχνότητας»  επιχειρούν να περιγράψουν το εύρος των συχνοτήτων ή τους μουσικούς τόνους όπου ένα ηχείο μπορεί να αναπαράγει και το οποίο μετριέται σε Hertz (είναι γνωστό ως «κύκλους ανά δευτερόλεπτο"). Το εύρος της ανθρώπινης ακοής θεωρείται ότι είναι από 20Hz, πολύ χαμηλά μπάσα, μέχρι τα 20kHz (20.000 Hz), τα πολύ υψηλότερα πρίμα. 

Πιθανώς ένα ηχείο που θα μπορούσε να αναπαράγει αυτό το φάσμα θα ακούγονταν αρκετά «ζωντανό», σωστά? 
Δυστυχώς όμως, αυτό δεν αποτελεί εγγύηση για εσάς. Ο πιο σημαντικός παράγοντας που καθορίζει την απόδοση συχνοτήτων του ηχείου μας δεν είναι το πλάτος ή το εύρος του, 

αλλά αν είναι σε θέση να αναπαράγει όλες τις ηχητικές συχνότητες στην ίδια ένταση με την οποία έχουν εγγραφεί.

Δεν θα θέλατε το ηχείο να αλλάξει το "μείγμα" των ήχων με αποτέλεσμα να καταστρέψει τη χροιά της φωνής και των μέσων, ενώ έτσι θα το καθιστά να ακούγεται αφύσικο? ιδανικά, θέλετε τους ήχους όπως καταγράφηκαν χωρίς το ηχείο να αλλάζει την χροιά τους.
Για να το πω αλλιώς: αν έχετε κάνει μια ηχογράφηση όλων των ηχητικών τόνων κατά την ίδια ένταση, θα θέλατε όλοι οι ακουστικοί τόνοι να βγούνε από το ηχείο σας κατά την ίδια ένταση.
Στην πραγματικότητα, αυτός είναι ένας τρόπος μέτρησης στα ηχεία. Ένα σήμα που αποτελείται από όλες τις συχνότητες σε ίσο όγκο τροφοδοτείται σε ένα ηχείο που κάθεται σε ένα δωμάτιο χωρίς ανακλαστικές επιφάνειες. Ένα βαθμονομημένο μικρόφωνο τοποθετείται μπροστά από σε συγκεκριμένη απόσταση το ηχείο και τροφοδοτεί την έξοδο του σε μια μηχανή όπου η συχνότητες δομούνται όπως το Σχήμα Α.



Τώρα κοιτάξτε το σχήμα B. Αυτή είναι η κυματομορφή απόκρισης ενός ηχείου, με drivers και tweeter από καθαρό Unobtainium. Η ευθεία γραμμή στο γράφημα δείχνει ότι το ηχείο είναι "επίπεδο - Flat". Αναπαράγει όλους τους μουσικούς σχετικούς τόνους κατά την ίδια ένταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι μια "επίπεδη" αναπαραγωγή θα παίξει όλους τα ηχογραφημένους ήχους με την ίδια ένταση, αυτό σημαίνει ότι θα αντιμετωπίζει ισότιμα όλους τους ήχους, κοινώς δεν θα επιβάλλει τη θέλησή του και θα χρωματίζει, αλλά θα σας επιτρέπει να ακούσετε τη μουσική όπως πραγματικά καταγράφηκε.











Δυστυχώς όμως για όλους μας πλέον το Unobtainium δεν υπάρχει πια για δημιουργία ηχείων είτε έχει σταματήσει την παραγωγή του. 
Οι σημερινές τεχνολογίες αφήνουν τους σχεδιαστές ηχείων να φτάσουν όσο το δυνατόν πιο κοντά στη flat (επίπεδη) απόκριση συχνότητας, αλλά δυστυχώς ακόμα έχουν πολύ δρόμο μέχρι το «τέλειο».

Μια μεγάλη βελτίωση θα ήταν εάν ένας αριθμός απόκρισης συχνότητας που θα περιλαμβάνει επίσης το πλάτος ανοχής, που εκφράζεται ως 

"XHz-YkHz + / -. 3dB

Αυτό σας λέει ότι το πλάτος της απόκρισης του ηχείου σε σχέση με τη συχνότητα του να μην αποκλίνει περισσότερο από 3dB (ντεσιμπέλ) από την κεντρική γραμμή μας το μηδέν (0). Το "συν ή μείον 3dB" θεωρείται ως ένα πρότυπο του είδους. Η θεωρία είναι ότι οι 3dB διαφορές είναι "ανεκτές", σε ένα ηχείο με καμπύλη απόκρισης του οποίου βρίσκεται μέσα σε αυτό το παράθυρο. Ας δούμε όμως παρακάτω.

Ρίξτε μια ματιά στο Ηχείο Γ. Αυτό το ηχείο έχει συχνοτική απόκριση που μπορεί να οριστεί από τα 20Hz μέχρι τα 20kHz + / - 3dB. Ρίξτε μια ματιά τώρα στο Ηχείο D. Αυτό, επίσης, μπορεί να έχει ακριβώς την ίδια προδιαγραφή όπως το παραπάνω!. Πιστεύετε ότι θα ακούγεται παρόμοια;

ΟΧΙ ! 

Δεν θα ακούγεται ακόμη και από απόσταση. 

Το Ηχείο C θα έχει "μία τονική" μπάσου, και θα κάνουν τις φωνές και τα άλλα όργανα να ακούγονται αφύσικα, αλλά το Ηχείο D θα ακούγεται πιο απαλό και φυσικό.

Αν έπρεπε να διαλέξω αυστηρά από τις καμπύλες απόκρισης, θα επέλεγα το Ηχείο D, επειδή το πλάτος παραλλαγών του είναι ομαλότερες και πιο ήπιες. 

Σε αντίθεση, οι διακυμάνσεις του πλάτους του Ηχείου C είναι πιο ακραίες και "spikey."





Τώρα κοιτάξτε την απόκριση του ηχείου στην εικόνα E



Αυτό το ηχείο παρουσιάζει μια ομαλή καμπύλη απόκρισης με χαμηλές διακυμάνσεις πλάτους, άρα θα περίμενε κανείς ένα αρκετά πιο φυσικό ήχο. Ωστόσο, το εύρος ζώνης αυτών των σφαλμάτων είναι πολύ ευρύ, και η εμπειρία μας έχει δείξει ότι ακόμα και χαμηλές διακυμάνσεις του όγκου ακούγονται και καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα συχνοτήτων.
Σε αυτή την περίπτωση, το Ηχείο E θα έχει πλούσια μπάσα, τα πρίμα θα είναι κάπως πιο «χαλαρά» όπως επίσης και στην μεσαία περιοχή, δηλαδή κοινώς η "καμπύλη χαμόγελου." 

Δεν είναι το επιθυμητό χαρακτηριστικό αυτό, αλλά είναι ένα πολύ τεράστιο χαρακτηριστικό όπου το κάνουν οι κατασκευάστριες εταιρίες ώστε να "πωληθούν" σε αφελείς αγοραστές.


Η απάντησή..
Τώρα που ξέρετε τη σημασία (και τους περιορισμούς) του εύρους διακύμανσης σε γραφήματα απόκρισης συχνότητας, μπορείτε να έχετε κατά νου τα εξής: 

Εφόσον ξέρετε την ανοχή εύρους (+ / - 3dB), το εύρος απόκρισης συχνότητας ή το πλάτος, που σας λέει πόσο ψηλά ή χαμηλά το ηχείο πηγαίνει, ένα ηχείο με 20Hz - 25kHz + / - 3dB θα παίξει τα μπάσα και τα πρίμα υψηλότερα από ότι ένα ηχείο που μετρά 40Hz - 20kHz + / - 3dB.

Και τώρα που ξέρετε πώς να ερμηνεύσετε αυτούς τους αριθμούς, είστε έτοιμοι να αγοράσετε ένα ηχείο ακριβώς με το να εξετάσετε πρώτα την καμπύλη απόκρισης του, σωστά; 

ΟΧΙ! 

Εγώ δεν θα το συνιστούσα. Παρά τις πολλές προόδους στην τεχνολογία τα τελευταία 20 χρόνια, η συχνότητα μέτρησης απάντησης των ηχείων είναι μια ατελής επιστήμη. Το ίδιο το ηχείο μετριέται από δύο διαφορετικά εργαστήρια και μπορεί να δώσει διαφορετική απόκριση στα γραφήματα του. 

Κάποιες εταιρείες απλά εξαπατούν όταν δημοσιεύουν καμπύλες απόκρισης.

Ξέρετε τώρα το μυστικό: μια προδιαγραφή απόκρισης συχνότητας είναι ένα πολύ αδύναμος προγνωστικός δείκτης για την πραγματική απόδοση ενός ηχείου. Ένα διάγραμμα απόκρισης συχνότητας μπορεί να είναι πιο χρήσιμο, αλλά λείπει το σημαντικό, δηλαδή η μέτρηση του χρόνου. Μερικά περιοδικά και sites αναθεωρούν τα δημοσιεύματά τους και τα γραφήματα τους συνεχώς, άρα πλέον καταλαβαίνεται πώς να τα ερμηνεύσετε.


Δεν έχει σημασία πόσο έμπειροι είστε στην ερμηνεία των δεδομένων απόκρισης συχνότητας, θα πρέπει να έχετε παραπάνω από ένα σημείο δεδομένων μεταξύ πολλών άλλων στην επιλογή ενός ηχείου, όπως η διασπορά και η απεικόνιση αυτών, την δυναμική περιοχή, όπως επίσης το μέγεθος και τα υλικά που χρησιμοποιούνται.

Επίσης ένα τελευταίο που δεν πρέπει να ξεχάσω να πω είναι φυσικά η τιμή του, όπου πλέον στις ημέρες μας αυτές το τελευταίο αυτό έχει γίνει πλέον το πρώτο...
24bit VS 16bit - Η καταρριψη του μυθου

24bit VS 16bit - Η καταρριψη του μυθου

24bit VS 16bit και η κατάρριψη του μύθου


Μου φαίνεται ότι υπάρχει μια πολύ μεγάλη παρεξήγηση σχετικά με το βάθος του ψηφιακού ήχου δηλαδή το λεγόμενο “bit” και πώς λειτουργεί αυτό στον ψηφιακό μας ήχο. 
Αυτή η παρανόηση υπάρχει όχι μόνο στους κόσμους των καταναλωτών, αλλά και σε ορισμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα, ακόμη και σε μερικούς επαγγελματίες του χώρου. 
Αυτή η παρανόηση προέρχεται από την υπόθεση, του πώς λειτουργεί ο ψηφιακός ήχος και όχι πώς λειτουργεί πραγματικά

Είναι εύκολο να δει κανείς σε μια φωτογραφία (δείτε επάνω) την διαφορά ανάμεσα σε ένα μικρό βάθος bit και ένα με υψηλότερο βάθος bit, έτσι είναι λογικό να υποθέσουμε ότι ένα υψηλότερο σε βάθος bit ήχος σημαίνει καλύτερη ποιότητα. Αυτή η υπόθεση έχει επιβληθεί περαιτέρω από το γεγονός ότι η «ανάλυση», ο όρος εφαρμόζεται συχνά σε βάθος bit και προφανώς περισσότερο ανάλυση σημαίνει και υψηλότερη ποιότητα. Έτσι είναι τα 24bit Hi-Resolution ήχου, γιατί περιέχουν περισσότερα στοιχεία, ως εκ τούτου υψηλότερη ανάλυση άρα καλύτερη ποιότητα. 

Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται εντελώς λογική υπόθεση, αλλά φοβάμαι ότι αυτή η υπόθεση δεν είναι απολύτως σύμφωνη με τα πραγματικά γεγονότα για το πώς λειτουργεί ο ψηφιακός ήχος, για αυτό και θα προσπαθήσω να σας το εξηγήσω όσο μπορώ καλύτερα παρακάτω:


Κατά την εγγραφή μας, ένα αναλογικό σήμα προς στο ψηφιακό δηλαδή ένας μετατροπέας ADC (Analog to Digital Converter), διαβάζει το εισερχόμενο αναλογικό μας σήμα δηλαδή την «κυματομορφή» και τη μετρά Χ φορές το δευτερόλεπτο (1 *). 
Στην περίπτωση του CD υπάρχουν 44.100 (συχνότητα δειγματοληψίας) μετρήσεις ανά δευτερόλεπτο . Αυτές οι μετρήσεις αποθηκεύονται στο ψηφιακό πεδίο με τη μορφή των bits του υπολογιστή. Όσα περισσότερα bits χρησιμοποιούμε, τόσο ακριβέστερα μπορούμε να μετρήσουμε το σήμα μας, δηλαδή την αναλογική «κυματομορφή». 
Αυτό συμβαίνει επειδή κάθε bit μπορεί να αποθηκεύσει μόνο δύο τιμές το μηδέν και το ένα (0 - 1). Για να πάρετε περισσότερες τιμές κάνουμε το ίδιο όπως με τους αριθμούς που κάνουμε σε μία κανονική καταμέτρηση, δηλαδή ξεκινάμε να μετράμε από το ένα και συνεχίζουμε προς τον αύξοντα αριθμό. Μόλις φτάσουμε στον 9ο αριθμό, θα πρέπει να προσθέσουμε μια ακόμα στήλη (η στήλη δεκάδες) δηλαδή φτάσαμε πλέον στο νούμερο δέκα (10) και έτσι συνεχίζοντας μπορούμε να προσθέτουμε στήλες άπειρες για 100ς, 1000ς, 10000ς, κλπ. 
Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τα bits, αλλά επειδή έχουμε μόνο δύο τιμές ανά bit (αντί για 10) χρειαζόμαστε περισσότερες στήλες, κάθε στήλη (ή επιπλέον bit) διπλασιάζει τον αριθμό των αριθμών που έχουμε στη διάθεσή μας, δηλαδή κατά 2, 4, 8, 16, 32, 64, 128, 256, 512, 1024 .... 
Αν οι παραπάνω αυτοί αριθμοί σας φαίνονται λίγο εξοικειωμένοι με εσάς είναι επειδή όλες οι τεχνολογίες πληροφορικής βασίζονται σε bits, κι αυτό ώστε αυτοί οι αριθμοί να είναι κοινοί και αναγνωρίσιμοι σε όλες τις χώρες. 
Στην περίπτωση των 16bit έχουμε περίπου 65.000 διαφορετικές τιμές διαθέσιμες. 
Το πρόβλημα είναι ότι μία αναλογική κυματομορφή σήματος συνεχώς μεταβάλλεται στον χρόνο.
Δεν έχει σημασία πόσες φορές το δευτερόλεπτο μετράμε την κυματομορφή ή πόσα bits θα χρησιμοποιούμε για να αποθηκεύουμε τη μέτρηση αυτή, υπάρχει πάντα η πιθανότητα να πάρουμε και τις «λάθος» τιμές ή μετρήσεις. Αυτά τα λάθη στην ποσοτική εκτίμηση της αξίας του ενός συνεχώς μεταβαλλόμενου σήματος ονομάζεται «σφάλμα κερματισμού». 
Τα σφάλματα κερματισμού είναι "κακά", μας προκαλούν στρεβλώσεις κοινώς «distortion» στην κυματομορφή μας όταν αυτή μετατρέψετε πάλι σε αναλογικό σήμα από το ψηφιακό κι αυτό γίνετε για να το ακούσουμε από τα ηχεία μας είτε τα ακουστικά μας μέσω της εξόδου της κάρτας ήχου.
Μέχρι εδώ έχει καλώς, και μου φαίνεται να έχουμε συμφωνήσει ότι τα περισσότερα bit = υψηλότερη ανάλυση είναι πολύ καλύτερα. Είναι αλήθεια, όμως, πως τα γεγονότα αρχίζουν να αποκλίνουν από την υπόθεση όταν ερχόμαστε στην κατανόηση του αποτελέσματος αυτής της υψηλότερης ανάλυσης. 
Πηγαίνοντας πίσω σε αυτό που είπα πιο πάνω, κάθε φορά που θα αυξάνουμε το βάθος bit, θα διπλασιάζουμε τον αριθμό των τιμών που έχουμε στη διάθεσή μας (π.χ. για 4bit = 16 τιμές, 5bit = 32 τιμές και ούτω καθ'εξής). Αν διπλασιάσουμε τον αριθμό των τιμών, θα μειωθεί κατά το ήμισυ το ποσό των σφαλμάτων κερματισμού μας. 
Είστε ακόμα μαζί μου; επειδή τώρα ερχόμαστε στην πραγματική ουσία του θέματος. Υπάρχει πράγματι μια τέλεια λύση για τα λάθη που κερματισμού κατά 100% όπου ελαχιστοποιεί την παραμόρφωση του σήματος δηλαδή το «distortion». 
Η διαδικασία αυτή ονομάζεται «πρόσμειξη» και είναι χτισμένη σε κάθε ADC στην αγορά. 
ADC = Analog to Digital Conversion.

Πρόσμειξη (Dither-Dithering)
Ουσιαστικά κατά τη διαδικασία μετατροπής του σήματος μας, μια πολύ μικρή ποσότητα λευκού θορύβου προστίθεται στο σήμα μας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη τυχαιοποίηση των σφαλμάτων κερματισμού. Τυχαιοποίηση στον ψηφιακό ήχο έχουμε όταν μετατρέπουμε πίσω από το ψηφιακό σήμα σε αναλογικό σήμα. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε μια τέλεια μέτρηση της κυματομορφής μας (2 *) συν κάποιο θόρυβο, με άλλα λόγια με την πρόσμειξη όλα τα σφάλματα μέτρησης έχουν μετατραπεί σε θόρυβο. (3 *).
Ας ελπίσουμε ότι είστε ακόμα μαζί μου, γιατί τώρα μπορούμε να πάμε να μάθουμε ακριβώς τι συμβαίνει με το βάθος bit. 
Πηγαίνοντας πίσω στο παραπάνω, όταν προσθέτουμε ένα «κομμάτι» των δεδομένων που έχουμε διπλασιάσει τον αριθμό των διαθέσιμων αξιών, άρα έχουμε μείωση κατά το ήμισυ του αριθμού των σφαλμάτων κερματισμού, αν μειωθεί κατά το ήμισυ ο αριθμός των σφαλμάτων κερματισμού, το αποτέλεσμα είναι να έχουμε μια τέλεια κυματομορφή με μειωμένη κατά το ήμισυ την ποσότητα του θορύβου. Για την φράση αυτή, κάθε επιπλέον κομμάτι δεδομένων, μετακινείται το πάτωμα θορύβου κάτω από 6dB. 

Κάνοντας την μετατροπή γύρω από αυτό, μπορούμε να πούμε πλέον πως: 
κάθε κομμάτι των δεδομένων μας παρέχει 6dB του δυναμικού εύρους (* 4). 
Ως εκ τούτου 16bit x 6db = 96dB. 
Αυτό το 96dB ορίζει το δυναμικό εύρος του CD, ενώ τα 24bit x = 6dB άρα 144dB και ούτω κάθε εξής.

Έτσι λοιπόν τα 24bit προσθέτουν πιο μεγάλη «ανάλυση» σε σύγκριση με τα 16bit αλλά αυτό δεν σημαίνει και υψηλότερη ποιότητα, αυτό σημαίνει απλώς ότι μπορεί να κωδικοποιήσει ένα μεγαλύτερο δυναμικό εύρος. Αυτή είναι η ΤΕΡΑΣΤΙΑ παρανόηση όπου γίνεται από πολλούς. 
Δεν υπάρχουν επιπλέον μαγικές ιδιότητες, τίποτα που η επιστήμη δεν κατανοεί ή δεν μπορεί να μετρήσει. Η μόνη διαφορά μεταξύ 16bit και 24bit είναι τα 48dB του δυναμικού εύρους (8bits x = 6dB 48dB) και τίποτα άλλο. Αυτό δεν είναι μια ερώτηση για την ερμηνεία ή γνώμη, είναι η αποδείξιμη, αδιαμφισβήτητη λογική μέσω μαθηματικών στην οποία στηρίζεται η ίδια η ύπαρξη του ψηφιακού ήχου.
Έτσι, το ερώτημα που δημιουργείτε είναι το εξής: μπορείτε να ακούσετε πραγματικά κάποια οφέλη από το μεγαλύτερο (48dB) δυναμικό εύρος που προσφέρονται από 24bit; 
Δυστυχώς, όχι δεν μπορείτε. 
Το σύνολο του δυναμικού εύρους ορισμένων τύπων μουσικής είναι μερικές φορές ακόμα και λιγότερο από 12dB. Οι ηχογραφήσεις με το μεγαλύτερο δυναμικό εύρος τείνουν να είναι οι συμφωνικές ορχήστρες, αλλά ακόμα και σε αυτές σχεδόν ποτέ δεν έχουμε μια μεγαλύτερη δυναμική περιοχή από 60dB περίπου. 
Όλα αυτά είναι καλά μέσα στο εύρος 96dB του ταπεινού μας CD. Επιπλέον, σύγχρονες τεχνικές αντιληπτικά ενισχύουν το δυναμικό εύρος του CD με την κίνηση του θορύβου «dithering» (http://kolirousis.blogspot.gr/2013/09/dsd-vs-pcm-format.html) έξω από την ζώνη συχνοτήτων όπου η ακοή μας είναι πιο ευαίσθητη
Αυτό δίνει ένα αντιληπτό δυναμικό εύρος για το CD μέχρι και 120dB (150 dB σε ορισμένες ζώνες συχνοτήτων). Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι κατά την αναπαραγωγή ενός CD, ο ενισχυτής είναι αυτός που συνήθως έχει ρυθμιστεί έτσι ώστε οι πιο ήσυχοι ήχοι του CD να μπορούν απλά να ακουστούν πάνω από το δάπεδο του θορύβου του περιβάλλοντος ακρόασης μας, δηλαδή το καθιστικό, club κλπ. 
Έτσι, αν ο μέσος όρος του δαπέδου θορύβου μας για ένα καθιστικό είναι περίπου τα 50dB (ή 30dB για κλειστό μικρό χώρο), τότε το δυναμικό εύρος του CD ξεκινά από αυτό το σημείο και είναι ικανό να πάει συν 96dB (τουλάχιστον) πάνω από αυτό.
(Δάπεδο θορύβου = Noise Floor)
Εάν το πλήρες δυναμικό εύρος του CD ήταν στην πραγματικότητα πάνω από το επίπεδο του θορύβου, ο ακροατής στο σπίτι (αν είχε τον κατάλληλο εξοπλισμό) είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα προκαλούσε έντονο πόνο ακόμα και μόνιμη βλάβη στην ακοή του. Αν επρόκειτο να χρησιμοποιήσει το πλήρες δυναμικό εύρος των 24bit και ένας ακροατής είχε τον εξοπλισμό για να τα αναπαράγει ολόκληρα τα 24bit, 
...ο ακροατής θα είχε πεθάνει ακαριαία.!!
Το λιγότερο ίσως που θα μπορούσε να πάθει θα ήταν πιθανότατα να πήγαινε σε κώμα για μερικές εβδομάδες και να ξυπνήσει εντελώς κουφός. Δεν αστειεύομαι είτε υπερβάλλω εδώ, απλά σκεφτείτε, 144dB + 50dB το δάπεδο του θορύβου του δωματίου ίσον 194dB. Τα 120dB είναι ο αριθμός που συχνά αναφέρεται για τα υγιή επίπεδα πίεσης, τα 194dB είναι αρκετά ισχυρά ώστε να σκοτώσουν, ενώ θα πρέπει να σας ενημερώσω πως μερικοί άνθρωποι έχουν σκοτωθεί ακόμα και από 160dB
Ωστόσο, αυτό είναι αρκετά απίθανο να συμβεί, γιατί τα DACs (Digital to Analog Converter) στην αγορά μπορεί να μπορούν να εξάγουν την 144dB δυναμική περιοχή των 24bit ΑΛΛΑ να μην είναι αλήθεια 24bit μετατροπείς, σχεδόν κανείς δεν έχει ένα σύστημα ηχείων που μπορεί να εξάγει 144dB δυναμική περιοχή και, όπως είπα πιο πριν, γύρω στα 60dB είναι η πιο μεγάλη δυναμική περιοχή που θα βρείτε σε μία εμπορική ηχογράφηση*. (Υπάρχουν και εξαιρέσεις σε αυτό)
Έτσι, εφόσον αποδεχόμενοι τα παραπάνω γεγονότα, γιατί υπάρχουν τα 24bit; ποιο είναι το νόημα τους; 
Υπάρχουν κάποιες χρήσιμες εφαρμογές για τα 24bit οι οποίες βρίσκονται κατά την εγγραφή αλλά και κατά τη μίξη της μουσικής. Θυμηθείτε, ακόμη και μια ηχογράφηση με δυναμικό εύρος 60dB χρησιμοποιεί μόνο 10bits των δεδομένων από τα 16bit του CD, τα άλλα 6bits είναι απλά θόρυβος. Έτσι, η διαφορά στον πραγματικό κόσμο μεταξύ 16bit και 24bit είναι αυτά τα επιπλέον 8bits του θορύβου.
Ξέρω ότι μερικοί άνθρωποι θα πουν ότι όλα αυτά είναι σκουπίδια, και ότι "μπορώ να ακούσω εύκολα τη διαφορά ανάμεσα σε μια εμπορική καταγραφή 16bit και 24bit. Δυστυχώς δεν μπορείτε, δεν είναι ότι δεν έχετε τον εξοπλισμό ή τα αυτιά, δεν είναι ανθρωπίνως δυνατό στη θεωρία ή στην πράξη, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες!
Εάν παίζετε μία 24bit εγγραφή και στη συνέχεια την ίδια εγγραφή σε 16bit και παρατηρήσετε μια διαφορά, είναι είτε γιατί κάτι έχετε «κάνει κάτι» κατά την καταγραφή των 16bit, κάποια ακατάλληλη επεξεργασία δηλαδή, είτε θα ακούσετε μια διαφορά, γιατί πολύ απλά «ψυχολογικά» την περιμένετε.
1 = Στην πραγματικότητα αυτές τις μέρες η διαδικασία της μετατροπής Analog to Digital είναι λίγο πιο περίπλοκη, με τη χρήση της υπέρ δειγματοληψίας (πολύ υψηλές συχνότητες δειγματοληψίας) και μόνο μια χούφτα των bits. Αργότερα, κατά τη διαδικασία μετατροπής αυτή η αρχική δειγματοληψία «αποδεκατίζεται» πίσω στο απαιτούμενο βάθος bit και συχνότητα δειγματοληψίας.
2 = Η έννοια της τέλειας μέτρησης ή αναδημιουργία μια τέλειας κυματομορφής μπορεί να φαίνεται σαν διαφημιστική εκστρατεία μάρκετινγκ. Ωστόσο, σε αυτή την περίπτωση δεν είναι. Είναι στην πραγματικότητα η βασική αρχή του Nyquist-Shannon θεώρημα δειγματοληψίας στις οποίες η ίδια η ύπαρξη και η εφεύρεση του ψηφιακού ήχου βασίζεται. Στην ουσία το θεώρημα δείχνει ότι ένα αναλογικό σήμα που έχει ληφθεί για δειγματοληψία μπορεί κάλλιστα να ανακατασκευαστεί από τα δείγματα. Ξέρω ότι θα υπάρξουν κάποιοι που θα διαφωνήσουν με αυτή την ιδέα, δυστυχώς, η διαφωνία δεν αποτελεί επιλογή. Αυτό το θεώρημα δεν έχει εφευρεθεί για να εξηγήσει πώς τα ψηφιακά έργα ήχου, είναι ο άλλος τρόπος γύρω από το Digital Audio όπου επινοήθηκε από το θεώρημα αυτό, αν δεν πιστεύει κάποιος στο θεώρημα αυτό, τότε δεν μπορώ να πιστέψω στον ψηφιακό ήχο, και αντίστροφα!
3 = Στην πραγματικότητα υπάρχει ένας αριθμός διαφορετικών τύπων ταλαντώσεων που χρησιμοποιείται κατά τη δημιουργία ενός προϊόντος μουσικής. Οι περισσότεροι εξακολουθούν να βασίζονται στις αρχικές TPDFs (τριγωνική συνάρτηση πυκνότητας - πιθανότητας), αλλά μερικοί είναι λίγο πιο «έξυπνοι» και αναδιανέμουν το αποτέλεσμα του θορύβου σε λιγότερο αισθητές περιοχές του φάσματος της ακοής. Αυτό ονομάζεται θόρυβος σχήματος ταλαντώσεως.
DSD Vs PCM - Ορολογιες, Εξηγησεις, Παραδειγματα και διαφορες αναμεσα στα format ηχογραφησης.

DSD Vs PCM - Ορολογιες, Εξηγησεις, Παραδειγματα και διαφορες αναμεσα στα format ηχογραφησης.



DSD 1bit
To DSD στην ουσία του περιέχει μέσα του 1-bit και έχει ρυθμό δειγματοληψίας στα 2,8224 MHz ενώ κάνει χρήση του θορύβου κβαντισμού προκειμένου να πιέσει το 1-bit και να ακούγεται σωστά και ακριβώς. Αυτό δίνει στο σήμα μεγαλύτερη δυναμική περιοχή και ευρύτερη απόκριση συχνότητας από τα κοινά μας CD με τα 16bit.
Η μορφή SACD (Super Audio CD) είναι σε θέση να παρέχει ένα δυναμικό εύρος της τάξεως των 120 dB ξεκινώντας από τα 20 Hz τα χαμηλά έως τα 20 kHz τα υψηλά και μια εκτεταμένη απόκριση συχνότητας φτάνοντας μέχρι και τα 100 kHz αν και οι περισσότεροι players CD’s που διατίθενται σήμερα έχουν ένα ανώτατο όριο των 80-90 kHz και όπως καλά γνωρίζετε τα 20 kHz είναι το θεωρητικό ανώτατο όριο της ανθρώπινης ακοής μας.
Η διαδικασία της δημιουργίας ενός σήματος DSD είναι εννοιολογικά παρόμοια με τη λήψη ενός 1-bit Delta-Sigma επεξεργαστή με μετατροπέα από αναλογικό σε ψηφιακό (A / D) και με την απομάκρυνση του αποκωδικοποιητή όπου μετατρέπει το 1-bit στο bit stream σε πολυψήφια δηλαδή σε PCM. Αντ 'αυτού το 1-bit σήμα καταγράφεται απευθείας χωρίς μετατροπέα και μόνο στη θεωρία απαιτεί ένα φίλτρο χαμηλής διέλευσης (Low Pass Filter / LPF) για την ανακατασκευή του αρχικού σήματος μας στην αναλογική κυματομορφή του. Στην πραγματικότητα είναι λίγο πιο περίπλοκη η όλη διαδικασία, και η αναλογία είναι ατελής γιατί το γεγονός πως ο 1-bit Delta-Sigma μετατροπέας είναι αυτές τις μέρες μας μάλλον κάτι ασυνήθιστο, κι αυτό γιατί το ένα 1-bit σήμα δεν μπορεί να αμφιταλαντεύεται σωστά. (Οι πιο σύγχρονοι Delta-Sigma μετατροπείς είναι πλέον τα Multi bit κι όχι τα bit.)
Λόγω της φύσης του Delta-Sigma μετατροπέα, δεν μπορεί κανείς να προβεί σε άμεση σύγκριση μεταξύ του DSD και του PCM. Μια πρώτη προσέγγιση είναι δυνατή, αν και για να γίνει αυτό εφικτό θα πρέπει να τοποθετήσουμε το DSD σε ορισμένες πτυχές του σε συγκρίσιμο σημείο με μιας μορφής του PCM που έχει βάθος 20bits και μία συχνότητα δειγματοληψίας τάξεως των 96 kHz πράγμα που καθίσταται μη συγκρίσιμο. Η PCM δειγματοληψία σε 24 bits μας παρέχει ένα (θεωρητικό) επιπλέον δυναμικό εύρος της τάξεως των 24 dB.
Επειδή ήταν εξαιρετικά δύσκολο να πραγματοποιηθούν διεργασίες DSP (για παράδειγμα η εκτέλεση ενός EQ, την ισορροπία του panning και άλλες αλλαγές στον ψηφιακό τομέα) σε ένα περιβάλλον του 1-bit, και λόγω της επικράτησης του εξοπλισμού των πολλών στούντιο με εγκατεστημένα προγράμματα όπως τα: Pro Tools, Cubase, Reaper, Logic, Sonar κλπ όπου τα οποία οι μηχανές ήχων τους είναι PCM – based* (εξαιρούνται κάποιες), η συντριπτική πλειοψηφία των αρχείων SACD - κυρίως rock και σύγχρονη μουσική η οποία βασίζεται σε τεχνικές πολυκάναλης ηχογράφησης είναι στην πραγματικότητα PCΜ, και στη συνέχεια μετατρέπονται σε DSD για mastering είτε SACD.
Για να αντιμετωπιστούν ορισμένα από τα θέματα αυτά, μια νέα μορφή του στούντιο έχει αναπτυχθεί, η οποία συνήθως αναφέρεται ως «DSD επίπεδο", η οποία διατηρεί υψηλό ποσοστό του δείγματος του πρότυπου της DSD αλλά χρησιμοποιεί πλέον 8-bit, και όχι το μονό 1bit ψηφιακού μήκους των λέξεων, αν και πάλι εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το θόρυβο της διαμόρφωσης μας. Γίνεται σχεδόν το ίδιο με το PCM (αυτό μερικές φορές αναφέρεται υποτιμητικά ως «PCM - Narrow"), αλλά έχει το πρόσθετο πλεονέκτημα του κάνοντας DSP λειτουργίες στο στούντιο πολύ πιο πρακτικό. Η κύρια διαφορά είναι ότι «το DSD επίπεδο» εξακολουθεί να διατηρεί 2,8224 MHz (64Fs) συχνότητα δειγματοληψίας, ενώ η υψηλότερη συχνότητα στην οποία το PCM έχει υπό επεξεργασία και μπορεί να εφαρμόσει είναι τα 352,8 kHz (8Fs).
Μια άλλη μορφή επεξεργασίας DSD είναι και η DXD (Digital eXtreme Definition), μια μορφή PCM με ανάλυση 24-bit δειγματοληψίας στα 352,8 kHz.
Σημειώστε εδώ ότι η υψηλή ανάλυση PCM (DVD-Audio, HD DVD και Blu-ray Disc) όπως και τα DSD (SACD) μπορεί να διαφέρουν τεχνικά στις υψηλές συχνότητες τους. Ένα φίλτρο ανακατασκευής χρησιμοποιείται συνήθως σε συστήματα PCM αποκωδικοποίησης, με τον ίδιο τρόπο όπως τα bandwidth-περιοριστικά φίλτρα που χρησιμοποιούνται συνήθως στα συστήματα PCM κωδικοποίησης. Κάθε σφάλμα ή ανεπιθύμητο τεχνούργημα που θεσπίστηκε με τέτοια φίλτρα θα επηρεάσει συνήθως το τελικό μας αποτέλεσμα.
Το δυναμικό εύρος της DSD μειώνεται γρήγορα σε συχνότητες άνω των 20 kHz, όπου αυτά οφείλονται στη χρήση των ισχυρών θορύβων με τεχνικές μορφοποίησης οι οποίες ωθούν το θόρυβο έξω από την ακουστική ζώνη του αυτιού μας με αποτέλεσμα την άνοδο του noise floor ακριβώς πάνω από 20 kHz. To δυναμικό εύρος του PCM από την άλλη μεριά είναι ίδιο σε όλες τις συχνότητες του, ωστόσο σχεδόν όλα τα σημερινά τσιπ DAC χρησιμοποιούν κάποιο είδος του σίγμα-δέλτα μετατροπέα σε PCM αρχεία που οδηγεί στο ίδιο φάσμα του θορύβου με τα αποτελέσματα ως DSD σήματα.

SBM Super Bit Mapping
Super Bit Mapping (SBM) είναι μια διαδικασία διαμόρφωσης του θορύβου, που αναπτύχθηκε από τη Sony για mastering CD. Το Super Bit Mapping είναι η διαδικασία μετατροπής των 20-bit σήματος από την εγγραφή μας σε μια 16-bit μορφή με σχεδόν χωρίς απώλεια ποιότητας του ήχου. Η επεξεργασία αυτή πραγματοποιείται σε ειδικούς επεξεργαστές στο εσωτερικό της συσκευής εγγραφής μας, ενώ μια παρόμοια μέθοδος χρησιμοποιείται στις DSD της Sony σε PCM μετατροπής και ονομάζεται Direct SBM

Super Mapping Direct bit (SBM)
Μια νέα διαδικασία έχει βρεθεί προκειμένου να διατηρήσουν τη μέγιστη δυνατή ποιότητα σήματος στα 16bit, αυτή η διαδικασία ονομάζεται Super Mapping Direct Bit και επιτρέπει το φιλτράρισμα του θορύβου και το σχήμα του σήματος DSD σε ένα και μόνο στάδιο, ως αποτέλεσμα τα ενδιαμέσου re-quantize σφάλματα, οι κυματισμοί μας έχουν εξαλειφθεί, και τα aliasing έχουν ελαχιστοποιηθεί. Αυτή η τεχνολογία έχει πλήρως ενσωματωθεί σε ένα στάδιο FIR δηλαδή ένα φίλτρο ψηφιακού διαμορφωτή θορύβου, που αναπτύχθηκε από τη Sony. Το σήμα που προκύπτει δηλαδή τα 16-bit/44.1kHz καταγράφονται στο ανώτερο στρώμα του υβριδικού δίσκου που πληρεί κατά συνέπεια τις προδιαγραφές του Κόκκινου Βιβλίου (Red Book) για τα Compact Discs και μπορεί να παίξει σε οποιαδήποτε υπάρχουσα συσκευή αναπαραγωγής CD.
Όπως προαναφέρθηκε, τα 20bit σε 24-bit σε ακρίβεια μπορούν να προσεγγιστούν με 16-bit ψηφιακού ήχου (SACD υβριδικά δίσκοι) με το Super Bit Mapping Direct, αλλά αυτή η τεχνολογία μπορεί επίσης να μεταφερθεί με το πρότυπο Compact Disc χάρη σε ένα ειδικό επεξεργαστή: Τον επεξεργαστή SBM.
Στην πραγματικότητα, τα 16-bit/44.1kHz είναι μόνο μία επιλογή για το DSD, καθώς η αρχική συχνότητα 2.8224MHz έχει υπολογιστεί προσεκτικά ώστε να επιτρέψει μία υψηλής ακρίβειας υποβιβασμό σε όλους τους σημερινούς ρυθμούς δειγματοληψίας της PCM χάρη στο απλό ακέραιο πολλαπλασιασμού και διαιρέσεων του.

Πράγματι, η συχνότητα δειγματοληψίας της DSD, είναι 64x44.1kHz = 2.8224MHz, κι έχει επιλεγεί να είναι ένα απλό πολλαπλάσιο των περισσότερων από τα κοινά ποσοστά του δείγματος, προκειμένου να γίνετε η μετατροπή των δεδομένων στις υπάρχουσες μορφές ήχου όσο το δυνατόν ευκολότερη. Με τη χρήση του σήματος DSD ως πρώτη ύλη, τα προβλήματα που σχετίζονται με jitter δηλαδή ασύγχρονη μετατροπή συχνότητας δειγματοληψίας πλέον έχουν εξαλειφθεί εντελώς!
Ενοχλητικες συχνοτητες - Προσεγγιση και εξαλειψη τους.

Ενοχλητικες συχνοτητες - Προσεγγιση και εξαλειψη τους.


Πολλές φορές έχω έρθει στο σημείο να ακούω διάφορες εκνευριστικές συχνότητες διάφορων οργάνων. Οι περισσότεροι αυτό που κάνετε είναι να βάλετε ένα  παραμετρικό ισοσταθμιστή, θέτεται μία μπάντα σε υψηλό Q με τέρμα γκάζια στα dB, και ξεκινάτε την εξερεύνηση από αριστερά προς τα δεξιά μέχρι να πετύχετε στην "ψιλό" τύχη την συχνότητα αυτή.

Θα ήθελα εδώ να σας παραθέσω την δικιά μου άποψη πάνω σε αυτή την αναζήτηση. 



Κάθε μουσικό όργανο έχει την δικιά του τοποθέτηση επάνω στην μουσική κλίμακα μας, άρα έχει μία περιορισμένη εμβέλεια στο ηχητικό του άκουσμα, άρα σε οκτάβες, δηλαδή νότες. Αυτό που θέλω να πω είναι πως η συγκεκριμένη συχνότητα που ψάχνουμε συνήθως* είναι μία ΝΟΤΑ!. 

Κάθε νότα έχει την δική του χαρακτηριστική συχνότητα στον βασικό γενικό κανόνα της μουσικής ορολογίας, άρα αντί να ψάχνετε σαν μανιακοί την συχνότητα που σας "χτυπάει" άσχημα, αντί αυτού γιατί δεν το βλέπετε λίγο πιο σφαιρικά? Πάμε λοιπόν να δούμε παρακάτω τα βήματα για την εύρεση και διόρθωση της ενοχλητικής μας συχνότητας:
  1. Αναπαράγεται την συγκεκριμένη αυτή συχνότητα είτε παίζοντας διάφορες νότες στο πιάνο μέχρι την πετύχετε, είτε με την κιθάρα σας, είτε με το αγαπημένο σας προσωπικό μουσικό όργανο. 
  2. Ανατρέξτε στον παρακάτω πίνακα και βρείτε την νότα που παίζεται. 
  3. Μετά αντιστοιχίστε την με την συχνότητα. 
  4. Επιστρέψτε στον παραμετρικό ιστοσταθμιστή και πληκτρολογείστε το  νούμερο της συχνότητας (χωρίς επίθεμα Hz), 
  5. ρίξτε τα dB ξεκινώντας από 2dB κι όσο χρειαστεί. 
  6. Έχετε υπόψη πως θα πρέπει να έχετε ρυθμίσει το Q (Quality) σε ένα αρκετά υψηλό νούμερο.


Πίνακας συχνοτήτων από μουσικές νότες.

CC#DD#
16.35117.32318.35419.445
32.70334.64736.70838.890
65.40669.29573.41677.781
130.812138.591146.832155.563
261.625277.182293.664311.126
523.251554.365587.329622.253
1046.5021108.7301174.0591244.507
2093.0042217.4602344.3182489.014
4186.0084434.9204698.6364978.028
8372.0168869.8409397.2729956.056
16744.032
EFG#G
20.60121.82623.12424.449
41.20343.65346.24948.999
82.40687.30792.49897.998
164.813174.614184.997195.997
329.627349.228369.994391.995
659.255698.456739.988783.991
1318.5101396.9121479.9761567.982
2637.0202793.8242959.9523135.964
5274.0405587.6485919.9046270.928
10548.08011175.2611839.80812541.856
G#AA#B
25.95627.50029.13530.867
51.91353.00058.27061.735
103.826110.000116.540123.470
207.652220.000233.081246.941
415.304440.000466.163493.883
830.609880.000932.327987.766
1661.2181760.0001964.6541975.532
3322.4363520.0003729.3083951.064
6644.8727040.0007458.6167902.128
13289.74414080.00014917.23215804.256
In Ears Custom Monitors - Ενα ολοκληρο στουντιο στα αυτια μας.!

In Ears Custom Monitors - Ενα ολοκληρο στουντιο στα αυτια μας.!


Ο κόσμος μας απαρτίζεται από τεχνολογικά επιτεύγματα σε κάθε στροφή του βλέμμα μας, καθ'όλη την διάρκεια της καθημερινότητα μας. Μέσα σε αυτά τα τεχνολογικά επιτεύγματα συμπεριλαμβάνεται και η κατασκευή των in-ear monitors. Πάμε να μάθουμε τι είναι, πως φτιάχνονται, πως λειτουργούν και σε τι μπορούν να μας χρησιμεύσουν. 

Λίγα λόγια
Τι είναι? είναι μία εξειδικευμένη επεξεργασία και τεχνολογία πάνω στην μεταφορά του ήχου, μέσα στα αυτιά μας, μέσω μικροσκοπικών ηχείων. Έχουμε δοκιμάσει ο καθ'ένας μας διάφορα μοντέλα ακουστικών, από τα χοντρά και μεγάλα κλειστού τύπου, μέχρι και τις λεγόμενες "ψείρες". Πιστεύατε πως οι τελευταίες είναι και τα πιο μικρά σε μέγεθος? λάθος..! Ιδού λοιπόν ένα παράδειγμα των μικροσκοπικών ηχείων.


www.digikey.com
Αυτά εδώ είναι ικανά να σας μεταδώσουν υψηλής ποιότητας απόκριση συχνοτήτων.

Θέλετε να μάθετε πώς δουλεύει? παρακολουθήστε το απόσπασμα του βίντεο για να μάθετε περισσότερα. Δείτε παρακάτω κατά πόσο μικρά είναι σε μέγεθος.











httpassets.hardwarezone.com

Όπως καταλαβαίνεται η τεχνολογία έχει εξελιχθεί, και από αυτή τρεφόμαστε για να δημιουργήσουμε είτε να την χρησιμοποιήσουμε για προσωπικά μας οφέλη. Στην παρούσα φάση, την εν λόγο τεχνολογία την έχουν δαμάσει οι εταιρίες όπου ειδικεύονται στον χώρο τον ακουστικών για τα αυτιά μας, κι έτσι μπόρεσαν να φτιάξουν ιδικά καλούπια όπου και θα στεγάζονται μέσα σε αυτά, τα ηχεία μας.

1ο στάδιο - Ενημέρωση
Η διαδικασία είναι απλή, αλλά θα πρέπει να γνωρίζουμε μερικές λεπτομέρειες σχετικά με την διαδικασία εφαρμογής τους. Πρόσφατα πήγα κι εγώ να φτιάξω τα δικά μου "τα πρώτα μου" In-Ear Custom Monitors σε ένα ειδικευμένο χώρο, σε μία εταιρία με μεγάλη πορεία στον χώρο του αυτιού και της βαρηκοΐας. Σκοπός της επίσκεψης μου ήταν να δημιουργήσω τα αποτυπώματα των αυτιών μου ώστε να μπορέσω να τα χρησιμοποιήσω για την δημιουργία του κελύφους απ'όπου θα στεγάσουν μέσα αυτά τα μικροσκοπικά ηχεία. Πρώτα απ'όλα όμως έπρεπε να κάνω κάποιες μετρήσεις και εξετάσεις προτού ξεκινήσουμε. Κατ'αρχάς σε αυτό το σημείο εδώ, θα πρέπει να σας ενημερώσω πως η εν λόγω εταιρία ήταν άρτια εκπαιδευόμενη πάνω σε ότι έχει να κάνει για το αυτί μας. Από την τέρμα θεωρία, μέχρι και την τέρμα πράξη της, όσον αναφορά πάνω στις μετρήσεις μας. Ας δούμε παρακάτω όμως τώρα την δεύτερο στάδιο.

2ο στάδιο - Έλεγχος αυτιού για τυχόν προβλήματα και σημάδια

Σε αυτό το στάδιο θα γίνει ένα εξωτερικός έλεγχος και στα δύο μας αυτιά για τυχόν ανωμαλίες και προβλήματα στο κανάλι του αυτιού. Εάν είναι λίγο βρώμικα είτε έχουν πολύ κερί μέσα τους, σε αυτό εδώ το στάδιο καθαρίζονται με επιμέλεια και εξαιρετική φροντίδα. Αμέσως μετά εφόσον είμαστε σίγουροι πως δεν υπάρχει κάποιο περίεργο θέμα ανάμεσα στο τύμπανο και το κανάλι του αυτιού μας, προχωράμε στο 3ο στάδιο όπου είναι η μέτρηση της ακοής μας.





3ο στάδιο - Μέτρηση ακοής απόκρισης συχνότητας

Σε αυτό το στάδιο θα χρησιμοποιηθούν ιδικά κατασκευασμένα in-ear δέκτες οι οποίοι μπαίνουν εσωτερικά μέχρι μέσα στο κανάλι του αυτιού μας, ούτως ώστε να μπορέσουμε να έχουμε μία πλήρη κάλυψη του συχνοτικού μας φάσματος. Η τοποθέτηση γίνεται κι αυτή με προσοχή, αφού μας πάρουν πρώτα το μέγεθος του εσωτερικού καναλιού με ειδικό μηχάνημα, τοποθετούμε στα ακουστικά αυτά το κατάλληλο μέγεθος. Στην παρούσα φάση σε εμένα χρησιμοποιήθηκε το Medium.
Αφού περαστούν με προσοχή τα ακουστικά είμαστε πλέον έτοιμη για την μεγάλη στιγμή της μέτρησης. Όλοι οι εξωτερικοί θόρυβοι έχουν πέσει  σε τουλάχιστον 24db κάτω οπότε δεν ακούμε σχεδόν τίποτα πέραν του εαυτού μας, και του δείγματος όπου θα παρακολουθούμε και θα ενημερώνουμε κάθε φορά τον εξεταστή, εάν ακούμε την συχνότητα αυτή είτε όχι. Παρακάτω σας παραθέτω το δικό μου Spectrum analysis όπου ήταν πάρα πολύ ικανοποιητικό για την ηλικία μου (σιγά μη σας πώ! χαχα) αλλά και σε σχέση με την καθημερινή μου ενασχόληση με την μουσική, (Δυστηχώς σε καθημερινή βάση έχω όλη την ώρα τα ακουστικά μου φορεμένα, για να δουλεύω μίξης και παραγωγές). Αυτό που παρατηρείτε κι όπως μου ήταν είναι φυσιολογικό, είναι πως και στα δύο μου τα αυτιά ακούω γύρο στα 40dB χαμηλότερα το εύρος ζώνης από τα 2Κ μέχρι τα 4Κ. Αλλά όπως είπα και πιο πριν, όλοι μας έχουμε ως φυσικού σε εκείνο το σημείο το θέμα αυτό. 

Απλά όσο μεγαλώνουμε, μεγαλώνει κι αυτό.!

4ο στάδιο - Προεπισκόπηση αλλαγών 
Εφαρμογή ξανά των ειδικών ακουστικών, αλλά αυτή τη φορά θα πάρουμε μία γεύση της πραγματικής απόκρισης όλου του φάσματος συχνοτήτων, εφαρμόζοντας πλέον στα σημεία που έχουμε την ρήξη αυτή το σχετικό equalization, έτσι ώστε πλέον να ακούσω πως θα είναι εάν ακούγαμε σε linear κατάσταση όλες τις συχνότητες "σωστά", και πραγματικά παιδιά, ήταν το κάτι άλλο.! Τα άκουγα όλα "τέλεια" και ξεκάθαρα από οποιαδήποτε άλλη φορά.

5ο στάδιο - Προετοιμασία υλικών για τη λήψη αποτυπώματος

Αρχικά θα πάρουμε και θα τοποθετήσουμε το ειδικό σφουγγαράκι μέσα στο κανάλι του κάθε μας αυτιού, ούτως ώστε να αποφύγουμε και να αποτρέψουμε την περίπτωση να ακουμπήσουμε το εσωτερικό του αυτιού, το τύμπανο κτλ, βάζοντας το το ειδικό μείγμα αποτύπωσης αυτιού.






Τοποθετείτε το σφουγγαράκι στο εσωτερικό του αυτιού μας με ανοιχτό το στόμα ώστε να ανοίξει το κανάλι και να γίνει λίγο πιο ευρύχωρο για την τοποθέτηση. Το σφουγγαράκι αυτό έχει από το κέντρο του συνδεδεμένο ένα κίτρινο σχοινάκι, όπου μετά το πέρας της διαδικασίας μας, θα μας διευκολύνει να το τραβήξουμε μέσα από το αυτί μας, είτε στην περίπτωση (που πάρα πολύ δύσκολα να συμβεί) μείνει εσωτερικά και δεν βγει μαζί με το αποτύπωμα, να μπορέσουμε να το πάρουμε πίσω.



Στη συνέχεια με το κουταλάκι δοσολογίας παίρνουμε την συγκεκριμένη ποσότητα του Α' υλικού και το ανοίγουμε πάνω στην παλάμη μας σαν ένα φύλο στρόγγυλης πίτας.











Μετά τοποθετούμε πάνω σε αυτό ένα δακτύλιο του Β' υλικού μας, και στη συνέχεια ξεκινάμε να πλάθουμε του μείγμα μας. Πλάθουμε διεξοδικά το μείγμα μας μέχρι να ομογενοποιηθεί στα χέρια μας και γίνει ένα.! Θα πάρει κι ένα σχετικό χρώμα. (Το χρώμα διαφέρει ανάλογα με το Β' υλικό που χρησιμοποιηθεί) Στην παρούσα φάση είχαμε μία μίξη άσπρου με κόκκινο οπότε μα βγήκε το Ροζ.!



Έπειτα από ένα λεπτό και κάτι, το υλικό μας είναι έτοιμο να περαστεί στο ειδικό σωληνάριο μας, όπου με αυτό θα τοποθετήσουμε το υλικό στο εσωτερικό των αυτιών μας.









   Τοποθέτηση


Ολοκλήρωση τοποθέτησης του υλικού στο αυτί

6ο στάδιο - Αποτύπωμα αυτιού και χορήγηση των Armature Driver

Διακρίνουμε τα κίτρινα σφουγγαράκια με το κορδονάκι και τα αποτυπώματα του εσωτερικού των αυτιών μου.
Σε αυτό το σημείο έπρεπε να επιλέξω τον τύπο-χρώμα του αποτυπώματος του κελύφους όπου θα έχει το τελειωμένο αποτέλεσμα, και επέλεξα το akrylic SkinColor.


Στοιχεία επικοινωνίας της εταιρίας.
EarPlus+
Διεύθυνση: Γρ.Λαμπράκη 207 & Τσιαπάνου 38
Ελλάδα - Θεσσαλονίκη, Α. Τούμπα
Τηλ: 2310 92 54 55
www.earplus.gr
Copyright © 2012 NK.BlogSpot.gr All Right Reserved
Designed by CBTblogger